ἀναιρῶ


ἀναιρῶ
ἀναιρέω
take up
pres subj act 1st sg (attic epic doric)
ἀναιρέω
take up
pres ind act 1st sg (attic epic doric aeolic)
ἀναιρέω
take up
pres subj act 1st sg (attic epic doric)
ἀναιρέω
take up
pres ind act 1st sg (attic epic doric)
ἀναῑρῶ , ἀνιερόω
dedicate
pres subj act 1st sg (ionic)
ἀναῑρῶ , ἀνιερόω
dedicate
pres ind act 1st sg (ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἀναίρω — raise pres subj act 1st sg ἀναίρω raise pres ind act 1st sg ἀναί̱ρω , ἀνιερόω dedicate imperf ind act 3rd sg (doric ionic aeolic) ἀναί̱ρω , ἀνιερόω dedicate pres imperat act 2nd sg (doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αναίρω — ἀναίρω (ΑΜ) [αἴρω] (ενεργ. και μέσ.) σηκώνω ψηλά, υψώνω …   Dictionary of Greek

  • αναιρώ — αναιρώ, αναίρεσα βλ. πίν. 76 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αναιρώ — ( έω) (Α ἀναιρῶ) 1. ανατρέπω επιχειρήματα ή κατηγορία, ανασκευάζω, αντικρούω 2. καταργώ, ακυρώνω, ανακαλώ 3. αθετώ, αρνούμαι 4. θανατώνω, φονεύω (ειδ. στα νεοελλ. «φονεύω απρομελέτητα σε βρασμό ψυχικής ορμής») αρχ. Ι. (ενεργ. και μέσ.) 1. σηκώνω… …   Dictionary of Greek

  • αναιρώ — [анэро] р. опровергать, отменять …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αναιρώ — αναίρεσα, αναιρέθηκα, αναιρεμένος 1. ανακαλώ, ακυρώνω: Δεν πρέπει να αναιρεί κανείς τις υποσχέσεις του. 2. ανασκευάζω, ανατρέπω ισχυρισμό, κατηγορία κτλ.: Αναίρεσε όλες τις εναντίον του κατηγορίες. 3. σκοτώνω απρομελέτητα: Ο κατηγορούμενος… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἤναρε — ἀναίρω raise aor ind act 3rd sg (epic doric aeolic) ἤνᾱ̱ρε , ἀναίρω raise aor ind act 3rd sg (doric aeolic) ἤνᾱρε , ἀναίρω raise aor ind act 3rd sg (homeric ionic) ἐναίρω slay aor ind act 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναιρομένων — ἀναίρω raise pres part mp fem gen pl ἀναίρω raise pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναίρει — ἀναίρω raise pres ind mp 2nd sg ἀναίρω raise pres ind act 3rd sg ἀ̱ναίρει , ἀναιρέω take up imperf ind act 3rd sg (attic epic doric aeolic) ἀναιρέω take up pres imperat act 2nd sg (attic epic) ἀναιρέω take up pres imperat act 2nd sg (attic epic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναίρεο — ἀναίρω raise pres imperat mp 2nd sg (epic doric ionic aeolic) ἀναίρω raise imperf ind mp 2nd sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)